Αναρτήσεις

Για το τίποτα

Εικόνα
  «Άντε και γαμήσου παλιομαλάκα!» ούρλιαξα την τελευταία κουβέντα πριν βροντήξω το κινητό πάνω στο γραφείο. Έγειρα στην καρέκλα μου, ρουφώντας λαίμαργα αέρα, πασχίζοντας να καταλαγιάσω τους τρελούς παλμούς της καρδιάς μου. Ένοιωθα το θυμό να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του κορμιού μου. Το μένος ανέβασε χολή στον οισοφάγο μου και με ένα ρέψιμο που βρώμαγε ξινισμένο γάλα, απέφυγα τελευταία στιγμή τον εμετό. Δεν τον άντεχα πια. Δε θα με άφηνε ποτέ ήσυχη; Έναν ολόκληρο χρόνο προσπαθούσα να ξεφύγω από την αλητεία, την κακομεταχείριση και τις βρισιές του. Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου. Άφησα την απόγνωση να δραπετεύσει από τα στήθη μου σε μορφή κραυγής. Η κραυγή με έπνιξε και ξέσπασα σε έναν βήχα που έγδαρε το λαιμό μου. Άκουσα κλάμα από το διπλανό δωμάτιο. Σκουπίζοντας δάκρυα και μύξες, έτρεξα κοντά στο γιο μου, που προφανώς είχε κατατρομάξει με τα ουρλιαχτά. Τον πήρα αγκαλιά λικνίζοντάς τον τρυφερά και ψιθυρίζοντας λόγια παρηγοριάς. Ευτυχώς ηρέμησε γρήγορα και ξανακοιμήθηκε. Έχωσα το...

Μην ξεχάσω να θυμάμαι...

Εικόνα
Το διήγημα κέρδισε το 3ο βραβείο στον λογοτεχνικό διαγωνισμό του συλόγου "Ο Φίλοι της Λιμνοθάλασσας" στο Μεσολόγγι, που έφερε τον τίτλο "Στα μονοπάτια της μνήμης".  Ανοίγω τα μάτια και το πρώτο πράγμα που βλέπω απέναντί μου είναι ένα παράθυρο· τόσο μεγάλο που θα μπορούσε να είναι μπαλκονόπορτα. Μια δαντελένια λεπτοϋφασμένη κουρτίνα κρέμεται από ένα ξύλινο κουρτινόξυλο. Αν και τραβηγμένη,η κουρτίνα αφήνει τον ήλιο να διαπερνά την αραιή της ύφανση και να λούζει το δωμάτιο με τη χρυσαφένια του λάμψη. Το έντονο φως με τυφλώνει και κλείνω τα μάτια. Για μερικές αγχωτικές στιγμές δεν έχω ιδέα πού βρίσκομαι. Παλεύω με τις ηλεκτρικές συνάψεις του εγκεφάλου μου μα αυτές αρνούνται να πάρουν μπρος. Μα κι εγώ, δε δέχομαι να το βάλω κάτω. Κλείνω τα μάτια ξανά και προσπαθώ. Προσπαθώ να θυμηθώ. Ανοίγω και πάλι τα μάτια και αυτή τη στιγμή το αντικείμενο που αντικρίζω πρώτο είναι τα τρία μπεζ σποτάκια στο ταβάνι. Και τότε θυμάμαι. Είμαι στο σπίτι μου, στο δωμάτιο της κόρη...

Στο τέλος της γιορτής | Ποίημα

Εικόνα
Σαν ναυαγός που φεύγει απ’ την ακτή, ο ήλιος γέρνει αργά προς το φθινόπωρο· ο αέρας δροσισμένος ψιθυρίζει όρο, πως το καλοκαίρι κλείνει την αυγή. Τα φύλλα τρέμουν, χρυσά με μια ντροπή, και οι μέλισσες χορεύουν στον απόηχο· η θάλασσα, σμαράγδι δίχως πρόλογο, κρατάει μυστικό μέσα στη σιωπή. Κι εμείς, σαν παιδιά στο τέλος της γιορτής, κρατούμε στην καρδιά μας το φως που σβήνει, με βλέμμα που διψά για μιαν αναπνοή. Μα ξέρουμε, το πέρασμα της γης δεν σβήνει ό,τι αφήνει η ζέστη εκείνη· γεννάει μέσα μας άλλη εποχή. ©Γιώτα Βασιλείου, Σεπτεμβρίος 2025

La voce dell' uomo | Sergio Endrigo

Εικόνα
  Ho sentito la voce del mare Di uccelli e sirene Le voci del bosco e del fiume Tamburi e chitarre di Spagna Le orchestre profane E l’organo in chiesa Ho sentito la voce dell’uomo Anche quando è bugiarda E tradisce il fratello La voce dell’uomo Quando parla gli rispondo   Ho sentito l’urlo di belve In gabbia e in catena E il passero in cerca di pane Il silenzio della prigione E il grido degli ospedali Chi nasce e chi muore Ho sentito la voce dell’uomo Che canta per fame Per rabbia ed amore La voce dell’uomo Quando canta io l’ascolto   Ho sentito fanfare di guerra E passi in cadenza Per le strade imbandierate Le canzoni dei soldati Di trionfo di dolore Chi vince e chi perde Ho sentito la voce dell’uomo Anche quando è violenta E uccide il fratello La voce dell’uomo Quando parlo mi risponde   È più forte della tortura E dell’ingiustizia Delle fabbric...

Ανά… Honda!

Εικόνα
  Η παλιά Honda XR 400 τσούλησε το σκοτεινό στενό με τη μηχανή σβηστή. Ο αναβάτης ‒ ένας τύπος εικονογραφημένος μέχρι τα αυτιά, κυρτός πάνω από το τιμόνι ‒ υποβοηθούσε την κίνηση με τα πόδια του. Έφτασε στο προκαθορισμένο σημείο κατέβασε το νύχι και άραξε τη μηχανή κάτω από ένα δέντρο. Ξεκαβάλησε, έβγαλε το κράνος κι ένα τσουλούφι ‒ βαμμένο στο μπλε του Εθνικού, πετάχτηκε ανακουφισμένο θαρρείς κι έπεσε πάνω από το αριστερό του μάτι. Ξέθαψε μια μαύρη μπαλακλάβα από την κωλότσεπη, τη φόρεσε βιαστικά και παράχωσε το τσουλούφι. Τράβηξε το φερμουάρ του δερμάτινου ως πάνω και κίνησε, καρφώνοντας τα μάτια του γύρω σαν λαγωνικό. Τη ρήση «κοίτα που πας αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς» δεν την είχε ακούσει ποτέ. Περνώντας δίπλα από έναν κάδο πολυκατοικίας, πάτησε μια φλούδα από μανταρίνι, γλίστρησε και βρέθηκε φαρδύς-πλατύς στο δρόμο, κλωτσώντας τον κάδο που άδειασε μπουκάλια, κονσέρβες, ψαροκόκαλα και σκατόχαρτα σ’ έναν συνδυασμό ορυμαγδού και μπόχας, που ξεσήκωσε τη γειτονιά και τις… αι...

Ο Θεριστής τη Νύχτα, της Γιώτας Βασιλείου | Εκδόσεις Κύφαντα |Απόσπασμα

Εικόνα
  Ένα μικρό απόσπασμα από τον Θεριστή… Το σημείο όπου κατέληξαν όλα... ή μήπως εκεί που ξεκίνησαν; Δώστε χρόνο και σημασία στις λέξεις - είναι γεμάτες σκιές, ανομολόγητα πάθη και κρυμμένες αλήθειες. Βρείτε το βιβλίο εδώ και καλό ταξίδι στα νοτισμένα από την ομίχλη σοκάκια του Ανατολικού Λονδίνου του 1888.

Μάτια από ήλεκτρο | Ποίημα

Εικόνα
Μπήκες με το έτσι θέλω στη ζωή μας. Ούτε σε ψάξαμε, ούτε σε φωνάξαμε. Ήρθες· και πριν καλά καλά καταλάβουμε πώς, είχες ήδη ριζώσει. Σε είπαμε Καρότο, μα θα μπορούσες να λέγεσαι και Φως. Γιατί ήσουν φωτεινός. Σαν εκείνο το στιγμιαίο, απαλό φως,  που αντανακλά ο ήλιος  το δευτερόλεπτο που ανταμώνει τη θάλασσα το δείλι. Ήσουν γλυκός και τρυφερός, σαν εκείνα τα απογεύματα που κανείς δεν θέλει να τελειώσουν. Η γούνα σου μεταξένια, όπως τα χάδια που δεν προλάβαμε να σου δώσουμε. Και τα μάτια σου... ματιά κεχριμπαρένια· όχι μόνο στο χρώμα, μα σ' εκείνη τη γλυκιά, ήσυχη σοφία που σου πήγαινε πιο πολύ κι από το όνομά σου. Σκαρφάλωνες στις σιωπές μας, όπως σκαρφάλωνες στα κεφάλια μας. Άρχοντας της ύπαρξής μας· χώθηκες στον ύπνο μας, νιαούρισες μες στα όνειρα μας, έγινες ανάσα καθημερινή. Και τώρα; Τώρα σε ψάχνουμε στο άδειο περβάζι. Σε μια γωνιά ήλιου που δεν ζεσταίνει πια. Μα ξέρουμε,  ναι, το ξέρουμε, όταν σβήσουμε τα φώτα, θα ’σαι πάντα εκεί· στην κορυφή του κεφαλιού μας,  ...