Για το τίποτα


 «Άντε και γαμήσου παλιομαλάκα!» ούρλιαξα την τελευταία κουβέντα πριν βροντήξω το κινητό πάνω στο γραφείο. Έγειρα στην καρέκλα μου, ρουφώντας λαίμαργα αέρα, πασχίζοντας να καταλαγιάσω τους τρελούς παλμούς της καρδιάς μου. Ένοιωθα το θυμό να ξεχειλίζει από κάθε πόρο του κορμιού μου. Το μένος ανέβασε χολή στον οισοφάγο μου και με ένα ρέψιμο που βρώμαγε ξινισμένο γάλα, απέφυγα τελευταία στιγμή τον εμετό. Δεν τον άντεχα πια. Δε θα με άφηνε ποτέ ήσυχη; Έναν ολόκληρο χρόνο προσπαθούσα να ξεφύγω από την αλητεία, την κακομεταχείριση και τις βρισιές του. Το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου. Άφησα την απόγνωση να δραπετεύσει από τα στήθη μου σε μορφή κραυγής. Η κραυγή με έπνιξε και ξέσπασα σε έναν βήχα που έγδαρε το λαιμό μου.

Άκουσα κλάμα από το διπλανό δωμάτιο. Σκουπίζοντας δάκρυα και μύξες, έτρεξα κοντά στο γιο μου, που προφανώς είχε κατατρομάξει με τα ουρλιαχτά. Τον πήρα αγκαλιά λικνίζοντάς τον τρυφερά και ψιθυρίζοντας λόγια παρηγοριάς. Ευτυχώς ηρέμησε γρήγορα και ξανακοιμήθηκε. Έχωσα το πρόσωπό μου στο μικροσκοπικό λαιμουδάκι, εισέπνευσα τη λατρεμένη μυρωδιά. Ήταν τόσο καλό παιδάκι. Τι φταίει αυτό για τις λάθος επιλογές τις δικές μου;

Κάμποση ώρα μετά, έχοντας ηρεμήσει και οι δυο μας, τον τακτοποίησα στην κούνια του και γύρισα στο γραφείο μου. Έβαλα στο κινητό να παίζει “The soaked lamp”* και κάθισα στον υπολογιστή να συνεχίσω τη δουλειά μου. Οι ώρες έτρεχαν κι η προθεσμία για την παράδοση του κειμένου μου πλησίαζε. Απορροφημένη από το καυτό θέμα που δούλευα, δεν αντιλήφθηκα την πόρτα που άνοιξε, ούτε αυτόν που μπήκε νυχοπατώντας στο διαμέρισμα. Ένοιωσα το αίμα να φεύγει από το κεφάλι μου και τα άκρα μου να μυρμηγκιάζουν τη στιγμή που εκείνος όρμησε σαν μανιακός, άρπαξε την καρέκλα μου και την γύρισε με φόρα προς το μέρος του. Ο τρόμος που τον είδα ξαφνικά μπροστά μου –πως μπήκε μέσα;– με είχε καταστήσει ανίκανη να πω ή να κάνω οτιδήποτε.

«Σε ποιον είπες μωρή να πάει να γαμηθεί; Ε; Σε μένα; Θα σου γαμήσω ό,τι έχεις και δεν έχεις!» ούρλιαξε μια ανάσα από το πρόσωπό μου. Μύρισα την δυσώδη οσμή των άφιλτρων τσιγάρων και του σάπιου δοντιού του. Ένιωσα ξανά τη χολή να ανεβαίνει απειλητικά. Αναγούλιασα. Τότε με άρπαξε από το λαιμό και με έσπρωξε μέχρι να κολλήσω, μαζί με την καρέκλα στη βιβλιοθήκη. Συνέχισε να φωνάζει, να βρίζει και να ξεστομίζει λέξεις που δε μου άξιζαν. Εγώ απλά στεκόμουν μαρμαρωμένη, ικετεύοντας σιωπηρά να μη σφίξει τη λαβή. Ο αντίχειράς του πίεζε επικίνδυνα την τραχεία μου.

«Μίλα μωρή! Μίλα! Κιότεψες; Καργιόλα, από το τηλέφωνο το παίζεις μαγκάκι κι από κοντά κοτούλα;» με χλεύασε. Σαν από μηχανής Θεός ακούστηκε το κλάμα του μωρού από δίπλα. Αυτό ήταν αρκετό για να με ξυπνήσει από τον λήθαργο και να αντιδράσω. Με το αριστερό μου χέρι γράπωσα το δικό του που προσποιούταν γροθιές, ενώ με το δεξί άρχισα να του δίνω ελαφρά χαστουκάκια στο μάγουλο, επαναλαμβάνοντας το όνομά του, σαν ερωτικό ξόρκι. «Θωμά, Θωμά μου… Μη σφίγγεις άλλο το χέρι σου. Ηρέμησε κι όλα θα τα βρούμε. Κλαίει και το μωρό μας, Θωμά μου». Το ξόρκι έπιασε. Το σφίξιμο χαλάρωσε και ένα ειρωνικό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του.

«Θωμάς σου τώρα; Όταν έστειλες τον κλητήρα τι ήμουν; Μια τρίχα από το μουνί σου; Δεν αξίζεις μία μωρή. Μία!»

Κατέβασε τα χέρια του με απέχθεια και τότε έκανα το μοιραίο λάθος. Με δύναμη τον έσπρωξα και εκτινάχθηκα προς τα μπρος. Δυστυχώς δεν ήμουν ούτε δυνατή ούτε γρήγορη. Με άρπαξε από το πουκάμισό μου και από την αλογοουρά. Ακούστηκε ένας στριγκός ήχος αλλά δεν κατάλαβα αν ήταν το ύφασμα που σκίστηκε ή τα μαλλιά μου που ξεριζώθηκαν.

«Έλα δω μωρή! Νομίζεις ότι έτσι θα γλιτώσεις; Ε;». Μια νέα σειρά ύβρεων ξεχύθηκε από τον οχετό του και κρατώντας με από την κοτσίδα, με πέταξε στη βιβλιοθήκη. Ήταν τόση η ορμή, που ένιωσα το σαγόνι μου να μετατοπίζεται. Ξεφώνισα από πόνο και τρόμο, αλλά αυτός δεν πτοήθηκε. Κόλλησε το σώμα του επάνω μου, τόσο δυνατά που ένα από τα ράφια πίεζε ασφυκτικά το στέρνο μου. Άνοιξα τα βλέφαρα και η ματιά μου έπεσε στη μπρούτζινη προτομή του Νίτσε, να με κοιτάζει επιτιμητικά. Πικρές οι κουβέντες του αγαπημένου φιλόσοφου, οι χαραγμένες στην πλάκα: «Κανένας δεν μπορεί να κατασκευάσει για σένα τη γέφυρα που θα διασχίσεις για να περάσεις το ποτάμι της ζωής, μόνο εσύ!»

Ξαφνικά ένιωσα την πίεση από το κορμί του να εξαφανίζεται. «Δεν αξίζεις μωρή σκύλα να πάω φυλακή ξανά για πάρτη σου. Θα στο δώσω το γαμημένο διαζύγιο αλλά κανόνισε μη σε ξαναδώ ποτέ μπροστά μου. Ούτε εσένα ούτε το μπάσταρδό σου». Έφτυσε τις λέξεις σαν να τον έκαιγαν, πέταξε τα κλειδιά που νόμιζα ότι είχα χάσει την προηγούμενη εβδομάδα, μπροστά στα πόδια μου και γύρισε να φύγει.

Παρατήρησα το μεταλλικό βλέμμα του Νίτσε να με κοιτά διεισδυτικά· σιωπηλός κριτής. «Το ξέρεις ότι θα το ξανακάνει…» σα να με προειδοποιούσε. Κοίταξα πάνω από τον ώμο μου τον μελλοντικό πρώην σύζυγό μου και χωρίς να το σκεφτώ άρπαξα τη μπρούτζινη κεφαλή και όρμησα ξοπίσω του ουρλιάζοντας «Όχι ρεεεε!» Σήκωσα το χέρι και κατέβασα το μεταλλικό αγαλματίδιο στο κεφάλι του. Το ένιωσα να βυθίζεται σαν τακούνι σε πρόσφατα ποτισμένο χώμα. Τον είδα να καταρρέει χωρίς να ακουστεί κιχ. Έπεσε σα να μην υπήρχε οστό εσωτερικά του συμπλέγματος δέρματος, μυώνων, νεύρων και λίπους. Σαν ένας άδειος ασκός. Τον παρατηρούσα καθώς έρεβε αργά αλλά σταθερά προς το γυαλιστερό ξύλινο πάτωμα. Σαν σε αργή κίνηση ξαπλώθηκε σε μια αφύσικη στάση στο παρκέ που, ο ίδιος, είχε ακριβοπληρώσει. Το βλέμμα γυάλινο, έκπληκτο με κοιτούσε πριν παγώσει για πάντα.

Ένιωσα κάτι να με γαργαλάει στο εσωτερικό του καρπού και γύρισα να κοιτάξω. Ήταν αίμα κι εγκεφαλικός ιστός που έσταζαν από τη βάση της προτομής και κυλούσαν κηλιδώνοντας τη μανσέτα του ολόλευκού μου πουκάμισου. Γύρισα ξανά προς το μέρος του, «μου λέκιασες το πουκάμισο. Για το τίποτα». Πέταξα το βαρύ αγαλματάκι που έπεσε με γδούπο στο ξύλο, πέρασα πάνω από το άψυχο σώμα και προχώρησα προς το δωμάτιο του γιου μου που πλέον αλυχτούσε, σιγοτραγουδώντας:

Νάνι νάνι νάνι νανανα... το παιδάκι μου νανανα...

νάνι νάνι το παιδί και γλυκά να κοιμηθεί... **

 

* The Soaked LampΜουσικό συγκρότημα (Πορτογαλία)

**Το νανούρισμα της Πεταλούδας, Αλκίνοος Ιωαννίδης | Κώστας Κολοβός | Τάσος Ιωαννίδης

Photo credits: Elite Art | Atelier Missor Works


********************************************


Το παρόν διήγημα διακρίθηκε το 2025, στον δεύτερο λογοτεχνικό διαγωνισμό με θέμα "Σύνορο" που πραγματοποίησε η ομάδα "Αίρεσις" σε συνεργασία με τις εκδόσεις Bookstagram. Μπορείτε να το βρείτε μαζί με τα υπόλοιπα τριάντα δύο διηγήματα που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό στον ομότιτλο συλλογικό τόμο. Βρείτε τον τόμο στο site του εκδοτικού. 

©Γιώτα Βασιλείου, Δεκέμβριος 2024

Photo credits: medium.com

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Όταν το δύο γίνεται ένα

Ένα τραγούδι για μια καρδιά με γούνα μαύρη

MAYDAY! MAYDAY! MAYDAY!